Βικτώρια Καρύδα: '' Ποιος και γιατί; ''

Δημοσιεύτηκε: 16/04/2019 - 11:30

Την πρώτη συνέντευξη μετά τη δολοφονία του συζύγου της Γιάννη Μακρή έδωσε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα η Βικτώρια Καρύδα, η οποία μίλησε για το μοιραίο βράδυ της 31ης Οκτωβρίου του 2018έξω από το σπίτι τους αλλά και για το πώς περιμένει η Ελληνική δικαιοσύνη να φερθεί σε όσους πλήρωσαν τον εκτελεστή του άνδρα της.
«Ποτέ δεν μου είχε πει ότι φοβάται. Ποτέ δεν μου έδωσε περιθώριο να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Αν ήξερε ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα, εκείνος, όπως κάθε λογικός άνθρωπος, θα έπαιρνε προστασία. Κυκλοφορούσε με βεσπάκι, γιατί δεν του άρεσε να είναι στην κίνηση και δεν είχε κάποιον για προστασία. Δεν φορούσε ούτε κράνος. Ήθελε να αισθάνεται ελεύθερος και έπαιρνε και τα παιδάκια πάνω στο βεσπάκι, κάτι το οποίο δεν μου άρεσε καθόλου και τον μάλωνα. Δεν φοβόταν κάτι».
Η χήρα του επιχειρηματία, διαψεύδει κατηγορηματικά και τα αυστραλιανά μέσα που μετέδιδαν μετά τη δολοφονία ότι ο Γιάννης Μακρής είχε εμπλακεί σε υποθέσεις με ναρκωτικά.
«Καμία σχέση με όσα ακούγονταν στις ειδήσεις. Έβγαζαν άσχημα πράγματα χωρίς να γνωρίζουν τον άνθρωπο, κάτι που θεωρώ ότι δεν είναι σωστό. Για μένα αλλά και για τους περισσότερους που τον γνώρισαν στην Ελλάδα ο Γιάννης ήταν ο καλύτερος άνθρωπος. Κανένας δεν θα πει ούτε μια κακιά λέξη».
Η ίδια αναρωτιέται τώρα γιατί μπήκε στο στόχαστρο κάποιων.
«Αυτό είναι που με τρώει μέσα μου: Ποιος και γιατί. Δεν υπήρχε κάτι που να μας κάνει να φοβόμαστε. Ήμασταν χαρούμενοι, πηγαίναμε ταξίδια με τα παιδιά μας, βγαίναμε στο κέντρο της Γλυφάδας στις κούνιες και στον παιδότοπο. Ο άνδρας μου δούλευε και επέστρεφε στις 3 το μεσημέρι από τη δουλειά του».
Την ημέρα της δολοφονίας, η Βικτώρια Καρύδα εργαζόταν για ένα show.
«Αν δεν πήγαινα σε αυτό το show εκείνο το βράδυ και αν ήμουν μαζί του, μπορεί να είχε σωθεί», σχολιάζει.
«Όταν έφυγε ο Γιάννης από τη ζωή, έλεγα μέσα μου: "Αν ήμασταν μαζί στα εγκαίνια του μαγαζιού, μπορεί όλα να ήταν διαφορετικά"».
Η νύχτα του φόνου
«Ηταν τρομακτικός ο τρόπος που το έμαθα. Ημουν στο show, βγήκα, έκανα πρώτη εμφάνιση, πήγα στα καμαρίνια να αλλάξω για να κάνω δεύτερη εμφάνιση και σε μια φάση μπαίνει ένας πολύ καλός μου φίλος μακιγιέρ, που ήταν απέξω με το κινητό μου και έβγαζε φωτογραφίες, και μου λέει: "Βικτώρια, πρέπει να φύγουμε!" Εγώ έμεινα. Εκείνη την ημέρα όταν βγήκα πρώτη φορά ένιωσα, δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, ότι δεν ήμουν καλά».
«Λέω "Τι έγινε;" και μου απαντά "Δεν μπορώ να σου πω, έγινε κάτι σοβαρό πρέπει να φύγουμε". Δεν μου έλεγε. Τον ρώτησα 150 φορές όταν άλλαζα ρούχα και δεν μου έλεγε.
Του λέω τότε: "Τα παιδάκια είναι καλά;". Γιατί τα παιδάκια ήταν στο ρωσικό σχολείο και ο άνδρας μου που τα πήγαινε δεν μπορούσε να τα πάρει, για αυτό ήταν να γυρίσουν με ταξί μαζί με τη γυναίκα που τα προσέχει. Νόμιζα λοιπόν ότι είχε συμβεί κάτι με τα παιδάκια και τρόμαξα. Μετά του λέω "Πού είναι ο Γιάννης;" κι εκείνος απαντά: "Δεν ξέρω, πρέπει να φύγουμε". Και όταν κατεβήκαμε κάτω και η φίλη μου που ήρθε να με πάρει δεν μου έλεγε. Οδηγούσαμε προς Γλυφάδα από το κέντρο και εγώ ήμουν σαν ζόμπι. "Σε παρακαλώ, πες μου τι έχει συμβεί", επέμεινα. "Έγινε ατύχημα", είπε. "Δεν πάω στη Γλυφάδα. Να πάμε στο νοσοκομείο που είναι ο άνδρας μου". Και λέω να πάμε στη Γλυφάδα πίσω στο σπίτι. Δεν πίστευα».
Θυμάται την προσπάθειά της να επιστρέψει στο σπίτι μετά το στυγερό έγκλημα. «Ανέβαινα την ανηφόρα και δεν με άφηνε η Αστυνομία. Νευρίασα πάρα πολύ γιατί κατάλαβα τι συμβαίνει. Κατάλαβα. Ήθελα τόσο πολύ να τον δω, να τον αγκαλιάσω. Ήθελα να είμαι δίπλα του. Και δεν θυμάμαι. Φώναζα σαν τρελή».
«Τον πρώτο καιρό δεν ήθελα να βλέπω τον κόσμο. Μερικοί δεν έχουν τρόπους. Πώς κοιτάνε, πώς μιλάνε, πώς σε δείχνουν με το δάκτυλο. Άσχημο, πολύ άσχημο. Κάποιες φορές έχω φοβηθεί πολύ για τον εαυτό μου μέσα στο σπίτι γιατί δεν ήμουν καλά. Εκλαιγα όλη την ώρα, δεν έβγαινα και τρόμαξα γιατί ζαλίστηκα και πήγα να λιποθυμήσω (...) Είχα σκεφτεί "αν γίνει κάτι με μένα, μένουνε δύο μικρά παιδάκια". Η μητέρα μου δεν μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά γιατί είναι άρρωστη. Eχει 35 χρόνια Πάρκινσον.
Έχω τρομάξει πάρα πολύ για τον εαυτό μου. Δεν μπορώ να σας εξηγήσω τι είναι αυτό. Πήγα να πέσω μέσα στο σπίτι, όταν οδηγούσα πήγα να τρακάρω, δεν είχα δύναμη καν να οδηγήσω. Έπρεπε να πάρω τον εαυτό μου στα χέρια μου».
Για τα παιδιά λέει πως η μεγαλύτερη κόρη τους «αναζητά τον μπαμπά κάθε μέρα».   «Του γράφει γράμματα, τα κολλάει στον τοίχο, τα βάζει πίσω από τη φωτογραφία, μιλάει με τον ουρανό κάθε βράδυ και ζητά τον μπαμπά να γυρίσει πίσω και μου λέει "Μαμά, θέλω να κάνω μια ευχή. Μπορούμε να πάμε στην εκκλησία να κάνω μια ευχή;". "Τι είναι, αγαπούλα; Τι ευχή θέλεις να κάνεις;" τη ρωτώ. "Να γυρίσει ο μπαμπάς πίσω", απαντάει. Οταν το ακούς αυτό, τρελαίνεσαι πιο πολύ.
Η ίδια λέει ότι έχει σκεφτεί να φύγει από την Ελλάδα αλλά δεν το έχει ακόμα αποτολμήσει για τα παιδιά. «Γιατί είναι ευχή του Γιάννη να πάνε στο ελληνικό σχολείο και να μεγαλώσουν στην Ελλάδα. Είναι η χώρα που αγαπούσε πολύ. Θα μπορούσα να φύγω και την επόμενη μέρα, άλλα σκέφτομαι ότι προτεραιότητα είναι τα παιδιά και μετά εγώ».
Όπως αναφέρεται στη δικογραφία, οι αστυνομικοί διαπίστωσαν εξετάζοντας τις κάμερες ασφαλείας, ότι ο δολοφόνος και ο καταζητούμενος αδερφός του παρακολουθούσαν επί 19 ολόκληρες μέρες το μελλοντικό θύμα τους και, σε καθημερινή βάση, περνούσαν αρκετές φορές έξω από το σπίτι του.
Ο δολοφόνος είχε νοικιάσει οχήματα με τα οποία περνούσε έξω από το σπίτι του Μακρή, κάθε μέρα περίπου την ίδια ώρα με την ώρα της δολοφονίας το μοιραίο βράδυ.